Η ελληνοτουρκική κρίση του 1976

Γράφει ο Μιχάλης Στούκας

Η κρίση του 1974-Οι προκλητικές τουρκικές δηλώσεις για το Αιγαίο (1975) – Η έξοδος του «Χόρα» στο Αιγαίο – «Βυθίσατε το Χόρα»: μια δήλωση που είχε συμφωνηθεί μεταξύ Καραμανλή-Παπανδρέου (;) – Ο ρόλος των Η.Π.Α. και της ΕΣΣΔ – Η εκτόνωση της κατάστασης

Τα τελευταία 45, περίπου, χρόνια, η Ελλάδα αντιμετωπίζει μια έντονα επιθετική και προκλητική συμπεριφορά από την Τουρκία στο Αιγαίο, η οποία δυστυχώς συνεχίζεται μέχρι σήμερα και δεν φαίνεται να καταλαγιάζει. Αντίθετα, η γειτονική χώρα προβάλλει διαρκώς νέες αξιώσεις.

Από το 1975 μέχρι σήμερα, τρεις τουλάχιστον φορές, οι δύο χώρες βρέθηκαν στα πρόθυρα μιας γενικευμένης σύγκρουσης: Το 1976, το 1987 και το 1996 (Ίμια).

Κατά την άποψή μας, το γεγονός ότι οι Τούρκοι έστρεψαν την προσοχή τους στο Αιγαίο μετά το 1973, οφείλεται στην ανακάλυψη από τους Αμερικανούς την ύπαρξη τεράστιων κοιτασμάτων υδρογονανθράκων στην Ανατολική Μεσόγειο.

Ο καθηγητής Θεόδωρος Καρυώτης στο βιβλίο του «ΑΟΖ-ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΖΩΝΗ», είναι σαφής: «Μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο οι Αμερικανοί γνώριζαν την αξία των υδρογονανθράκων και είχαν αρχίσει μυστικές έρευνες στην Ανατολική Μεσόγειο για τον μεγάλο ορυκτό πλούτο της περιοχής».

Η κρίση του 1974

Στις 17 Δεκεμβρίου 1973, το Ελληνικό Υπουργείο Βιομηχανίας, έδωσε άδεια στην καναδική εταιρεία Oceanic να πραγματοποιήσει θαλάσσια γεώτρηση, βάθους 3.170 μέτρων, υπό την επωνυμία «Πρίνος 1», στη Θάσο.

Ωστόσο η Άγκυρα, έχοντας πληροφορηθεί για την ύπαρξη πετρελαίων στο Αιγαίο από τις μυστικές της υπηρεσίες, όπως γράφει ο Κώστας Μαρδάς (ή μήπως από τις Η.Π.Α.;), έδωσε εντολή στην Κρατική Εταιρεία Πετρελαίων (Turkiye Petrolleri Anomim Ortakligi) να προχωρήσει σε έρευνες εκτός των τουρκικών χωρικών υδάτων, δυτικά των νησιών μας Σαμοθράκης, Λήμνου, Αγίου Ευστρατίου, Λέσβου, Ψαρών και Χίου.

Δόθηκαν συνολικά 27 άδειες έρευνας και εκμετάλλευσης υδρογονανθράκων, οι οποίες θα γίνονταν από το ερευνητικό σκάφος «Τσαρνταρλί». Τότε προέκυψε και το θέμα της υφαλοκρηπίδας μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας, η οποία δεν είχε οριοθετηθεί.

Έγινε μια πρώτη συνάντηση μεταξύ των Υπουργών Εξωτερικών των δύο χωρών, Σπύρου Τετενέ και Χαλούκ Μπαγιουλκέν, στις Βρυξέλες, στο πλαίσιο της χειμερινής συνόδου του ΝΑΤΟ, χωρίς κάποιο αποτέλεσμα.

Τον Φεβρουάριο του 1974, η Oceanic εντόπισε καλής ποιότητας πετρέλαιο στη γεώτρηση Πρίνος 1. Ερευνώντας βορειότερα, στην περιοχή Πρίνος 2, βρήκε πλούσια κοιτάσματα πετρελαίου σε βάθος 8.500 ποδών (περ. 2.900 μ.)

Τα ανακτήσιμα αποθέματα του κοιτάσματος υπολογίστηκαν σε 200.000.000 βαρέλια υγρών και αερίων υδρογονανθράκων, ενώ η εταιρεία υπολόγιζε ότι η παραγωγή θα έφτανε τα 60.000 βαρέλια την ημέρα.

Στο μεταξύ, η «δοτή» κυβέρνηση Ανδρουτσόπουλου, απάντησε με καθυστέρηση στις τουρκικές εξαγγελίες, για έρευνα και εκμετάλλευση υδρογονανθράκων στο Αιγαίο(7 Φεβρουαρίου 1974).

Υπογράμμισε ότι το τμήμα του εδάφους και του υπεδάφους (δηλ. η υφαλοκρηπίδα), που απεικονιζόταν στον τουρκικό χάρτη, ανήκε σε μεγάλο μέρος στα ελληνικά νησιά Σαμοθράκη, Λέσβο, Λήμνο, Άγιο Ευστράτιο, Ψαρά και Αντίψαρα.

Αυτό, με βάση τις διατάξεις της Συνθήκης της Γενεύης του 1958 περί ηπειρωτικής υφαλοκρηπίδας και των ελληνικών νόμων 142/1969 και 1182/1972. Το 1973, είχαν ξεκινήσει οι συζητήσεις για τη νέα Σύμβαση σχετικά με το Διεθνές Δίκαιο της Θάλασσας, που ολοκληρώθηκαν το 1982 με τη Σύμβαση του Montego Bay, που ισχύει σήμερα. Το 1974, τα θέματα για το Δίκαιο της Θάλασσας, ρυθμίζονταν από τη Σύμβαση της Γενεύης του 1958.

Η Ελλάδα, με βάση τα κυριαρχικά της δικαιώματα είχε παραχωρήσει από το 1961 άδειες ερευνών πετρελαίου δυτικά των ελληνικών νησιών, που αναφερόταν στον χάρτη της τουρκικής Εφημερίδας της Κυβερνήσεως.

Όπως υπογράμμιζε το ελληνικό ΥΠΕΞ, στον τουρκικό χάρτη, γινόταν οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας, χωρίς να λαμβάνονται ως γραμμή βάσης τα ελληνικά νησιά, αλλά μόνο τα ηπειρωτικά εδάφη, παρόλο ότι η Σύμβαση της Γενεύης αναγνώριζε και στα νησιά δικαίωμα υφαλοκρηπίδας.

Ακολούθησα ρηματικές διακοινώσεις, μεταξύ των δύο χωρών και κάποια γεγονότα που προκάλεσαν όξυνση της κατάστασης. Στα τέλη Μαρτίου 1974, τουρκικά αεροπλάνα παραβίασαν τον ελληνικό εναέριο χώρο, σε μία κίνηση εντελώς ασυνήθιστη εκείνη την εποχή.

Μια ημερήσια διαταγή του Αρχηγού ΓΕΕΘΑ Μπονάνου για τον ηρωισμό των Ελλήνων προς αποτίναξη του «βάρβαρου τουρκικού ζυγού», ερμηνεύτηκε από την τουρκική πλευρά ως μεθόδευση κρίσης και στον Τύπο της γειτονικής χώρας, γραφόταν ότι η χώρα μας έκανε, κρυφά, επιστράτευση.

Στις 10 Απριλίου 1974, Τούρκοι φοιτητές κατέθεσαν στεφάνι στην είσοδο του ελληνικού προξενείου στην Κωνσταντινούπολη, σε ένδειξη διαμαρτυρίας για την «αντιτουρκική πολιτική» της Αθήνας και το Μεγάλο Σάββατο οργάνωσαν ογκώδες συλλαλητήριο υπέρ των τουρκικών δικαίων στο Αιγαίο και την Κύπρο.

Ακολούθησε συνάντηση των Γενικών Διευθυντών Πολιτικών Υποθέσεων των Υπουργείων Εξωτερικών Ελλάδας και Τουρκίας, πρέσβεων Ιωάννη Τζούνη και Ισμαήλ Σοϊζάλ, για να καταγράψουν τα προς συζήτηση θέματα.

Στις 29 Μαΐου 1974, η Τουρκία ανήγγειλε σεισμογραφικές έρευνες στην υφαλοκρηπίδα του Αιγαίου, με την παρουσία πολεμικών πλοίων. Αυτό θεωρήθηκε, και ήταν πρόκληση, από την ελληνική πλευρά, καθώς είχε προγραμματιστεί συνάντηση των πρωθυπουργών των δύο Χωρών, του (ιωαννιδικού) Αδαμάντιου Ανδρουτσόπουλου και του Μπουλέντ Ετζεβίτ, στις 26 Ιουνίου.

Σε απάντηση ελληνικού διαβήματος για τις έρευνες του «Τσανταρλί», η Τουρκία, ισχυρίστηκε ότι το σκάφος πραγματοποιούσε έρευνες στην τουρκική υφαλοκρηπίδα, σύμφωνα με το πρόγραμμα πετρελαϊκών ερευνών.

Η συνάντηση Ανδρουσόπουλου-Ετζεβίτ, έγινε τελικά, χωρίς ουσιαστικά αποτελέσματα. Η κατάσταση στην Κύπρο άρχισε να οξύνεται. Ακολούθησαν το πραξικόπημα εναντίον του Μακάριου, η τουρκική εισβολή στη Μεγαλόνησο και για ένα χρονικό διάστημα, το θέμα του Αιγαίου και των υδρογονανθράκων, πέρασε σε δεύτερη μοίρα.

Η Τουρκία όμως, σταδιακά αφού,κατάφερε να πετύχει όσα επιδίωκε στην Κύπρο, δεν άργησε να επανέλθει. Φτάσαμε έτσι στην κρίση που ξεκίνησε στα μέσα του 1975 και κορυφώθηκε το 1976, με τις δύο χώρες να φτάνουν πολύ κοντά σε πολεμική σύρραξη.

Η κρίση του 1976-Η περίφημη δήλωση: «Βυθίσατε το Χόρα» του Ανδρέου Παπανδρέου

Όπως αναφέραμε, δεν υπήρξαν από το καλοκαίρι του 1974 τουρκικές προκλητικές ενέργειες στο Αιγαίο, καθώς όλο το βάρος των γειτόνων είχε πέσει στην Κύπρο, ωστόσο δεν σταμάτησαν οι απαράδεκτες δηλώσεις Τούρκων αξιωματούχων.

«Η Τουρκία ποτέ δεν θα επιτρέψει να γίνει το Αιγαίο μια ελληνική θάλασσα ούτε και σε άλλους να σφετεριστούν τα τουρκικά δικαιώματα στην περιοχή αυτή» (Χασάν Ισίκ, Υπουργός Άμυνας, 1/6/1974).

«Η υφαλοκρηπίδα του Αιγαίου ως επίσης και τα νησιά που ευρίσκονται κοντά στην ήπειρο (ενν. τα μικρασιατικά παράλια) αποτελούν προέκταση της Μικράς Ασίας». (Τουράν Γκιουρές, Υφυπουργός Εξωτερικών 3/6/1974).

«Τα νησιά αυτά (ενν. του Αιγαίου) αποτελούν τμήμα της Ανατολίας και για αιώνες ανήκαν στο κράτος, το οποίο είχε την κυριαρχία στην Ανατολία» (Σουλεϊμάν Ντεμιρέλ, 9/6/1974).
«Η άμυνα των νησιών του Αιγαίου θα πρέπει θα αναληφθεί εντός του ΝΑΤΟ» (Μπουλέντ Ετζεβίτ, 30/6/1974).

«Η Τουρκία συνεχώς παρέδιδε (!) περιοχές για να επιτύχει αληθινή ειρήνη. Τη Θεσσαλονίκη μετά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο (!) και τα Δωδεκάνησα μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο (!). Η γενναιοδωρία (!) της Τουρκίας προφανώς παρερμηνεύθη από την Αθήνα» (Χασάν Ισίκ, σε συνέντευξη στην εφημερίδα «Christian Science Monitor, 1/8/1974).

Τόσες πολλές ανακρίβειες σε τόσο λίγες γραμμές, ειλικρινά δεν έχουμε ξαναδιαβάσει! Η Τουρκία «παρέδωσε» ως ηττημένη τη Θεσσαλονίκη, στις 26/10/1912, όχι μετά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Τα Δωδεκάνησα δεν ανήκαν στην Τουρκία, αλλά στην Ιταλία. Και τέλος, η Τουρκία είναι γενναιόδωρη σε τι; Μήπως ήθελε να πει αρπακτικότητα αντί για γενναιοδωρία ο Χασάν Ισίκ;

Στις 8/1/1975, ο Υπουργός Εθνικής Αμύνης Ε. Αβέρωφ κατά την τελετή ανάληψης των καθηκόντων του αρχηγού ΓΕΝ Σπυρίδωνα Εγκολφόπουλου, είπε: «Το Αιγαίο είναι δική μας θάλασσα και εκεί επιθετική θα είναι η στάση μας, αν χρειαστεί, και η νίκη θα είναι βέβαια!».

Ο Τούρκος ομόλογός του Ιλχαμί Σαντζάρ, απάντησε:

«Οι απειλές δεν πτοούν τους Τούρκους, που είναι αποφασισμένοι να προστατεύσουν τα δικαιώματα τους, έχοντας τουλάχιστον όσα δικαιώματα έχουν και οι Έλληνες στο Αιγαίο».

Ο Ε. Αβέρωφ, εξήγησε ότι δεν είχε πρόθεση να θίξει τους Τούρκους…

Και αμέσως μετά, ο τότε πρωθυπουργός της γείτονος Σαντί Ιρμάκ, δήλωσε στη «Χουριέτ» (18/1/1975).

«Δεν θα εκχωρήσω το Αιγαίο σε κανένα. Το μισό Αιγαίο ανήκει σε μας. Αυτό θα πρέπει να το μάθει όλος ο κόσμος. Δεν έχομε την πρόθεση να νεωτερίσουμε σε θέματα εξωτερικής πολιτικής. Εάν η τιμή και τα ενδιαφέροντα του τουρκικού έθνους γίνουν αντικείμενο επιθέσεως θα συντρίψουμε το κεφάλι του εχθρού».

Ο πρωθυπουργός Κ. Καραμανλής, πρότεινε στην Τουρκία να προσφύγουν οι δύο χώρες στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης για να επιλύσουν τη διαφορά τους για την υφαλοκρηπίδα. Η Τουρκία αρχικά δέχτηκε, όμως η κατάσταση εκτραχύνθηκε με τουρκικές παραβιάσεις στο Αιγαίο και βολές εναντίον Ελληνικού αεροσκάφους.

Στις 22/3/1975, η Τουρκία ζήτησε από το ΝΑΤΟ την εκχώρηση του επιχειρησιακού ελέγχου του Αιγαίου, καθώς η χώρα μας είχε αποχωρήσει από το στρατιωτικό σκέλος της Συμμαχίας.

Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής, χαρακτήρισε την συγκεκριμένη ενέργεια ως το μεγαλύτερο λάθος της πολιτικής του σταδιοδρομίας.

Ο Τούρκος ΥΠΕΞ Ισχάν Σαμπρί Τσαγλαγιαγκίλ, ζήτησε ειδικό καθεστώς στο Αιγαίο, ενώ η χώρα μας άρχισε να εξοπλίζει τα Δωδεκάνησα. Ο Σουλεϊμάν Ντεμιρέλ, πρωθυπουργός πλέον της Τουρκίας, δήλωσε ότι «η Ρόδος θα γινόταν νέα Κύπρος αν συνεχιζόταν ο εξοπλισμός της».

Η Τουρκία θεώρησε ότι με τις ελληνικές ενέργειες, δημιουργείται απειλή κατά της ασφάλειας της και προχώρησε στην ίδρυση της «Στρατιάς Αιγαίου», με έδρα τη Σμύρνη.

Ο Κ. Καραμανλής, σε συνέντευξή του στη «Le Mond», (13/4/1975), τόνισε ότι τα αμυντικά μέτρα λαμβάνοντας «ως προφύλαξη για την αποτροπή ενδεχομένης ταπεινώσεως». Απαντώντας, ο Σ. Ντεμιρέλ, τον κατηγόρησε ότι «οι δηλώσεις του οδηγούσαν σε αναπόφευκτη αναμέτρηση».

Την 1η Σεπτεμβρίου 1975, Τούρκοι έστησαν σημαίες της χώρας τους στη Ρω και τη Στρογγύλη, ενώ Τούρκος δημοσιογράφος με δύο συμπατριώτες του ψαράδες, αποβιβάστηκαν για λίγο σε βραχονησίδα των Δωδεκανήσων.

Η Ελλάδα έκανε διαβήματα προς την Άγκυρα, η οποία άφησε να εννοηθεί ότι επρόκειτο για παρορμητικές ενέργειες ιδιωτών.

Στις αρχές του 1976, άρχισαν στη Βέρνη της Ελβετίας διαπραγματεύσεις μεταξύ εμπειρογνωμόνων από τις δύο χώρες για τον εναέριο χώρο και τον καθορισμό της υφαλοκρηπίδας, χωρίς αποτέλεσμα.

Στις 26/3/1976, υπογράφτηκε στην Ουάσιγκτον η αμερικανοτουρκική συμφωνία για τις βάσεις, που προέβλεπε παροχή στρατιωτική βοήθειας ύψους 1 δις δολαρίων, τα επόμενα χρόνια. Ακολούθησε η ελληνοαμερικανική συμφωνία για τις βάσεις (15/4/1976), με την παροχή στρατιωτικής βοήθειας ύψους 700 εκ. δολαρίων τα επόμενα 4 χρόνια στην Ελλάδα (αναλογία 7:10).

Στην Ελληνοαμερικανική συμφωνία, συμπεριλήφθηκε επιστολή του Χ. Κίσινγκερ, στην οποία διαβεβαίωνε ότι οι Η.Π.Α. θα παρενέβαιναν σε περίπτωση διατάραξης της ειρήνης στο Αιγαίο.
Η Τουρκία όμως, τριπλασίασε τις αεροναυτικές της ασκήσεις στο Αρχιπέλαγος, ενώ δημοσιεύματα εφημερίδων κι από τις δύο χώρες, όξυναν το ήδη τεταμένο κλίμα.

Στην Τουρκία, υπήρχε ένταση μεταξύ κυβέρνησης και εργατικών συνδικάτων. Οι χαμηλοί μισθοί, η άνοδος του πληθωρισμού και ο αυταρχισμός στους χώρους εργασίας, οδήγησαν σε μεγάλες συγκρούσεις των ακραίων αριστερών οργανώσεων με τις αστυνομικές δυνάμεις.

Ανάλογες εργατικές και φοιτητικές κινητοποιήσεις, μικρότερης όμως έκτασης, έγιναν και στην Ελλάδα.

Το «Χόρα» στο Αιγαίο

Όλα αυτά, επισκιάστηκαν από την έξοδο του πλοίου «Χόρα» (πρώην «Σισμίκ») στο Αιγαίο. Επρόκειτο για πλοίο που είχε ναυπηγηθεί στη Γερμανία κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, ως σκάφος διάσωσης. Μετά τη λήξη του πολέμου, οι Βρετανοί το κατάσχεσαν. Το αγόρασε σε μια κρατική τουρκική τράπεζα του Υπουργείου Συγκοινωνιών για έρευνα-διάσωση.

Το 1975, η κυβέρνηση Ετζεβίτ, αποφάσισε να το μετασκευάσει, για να διενεργήσει σεισμικές έρευνες. Μηχανήματα και ανταλλακτικά αξίας 6,5 εκ. λιρών, εισήχθησαν από τις Η.Π.Α. για να επισκευασθεί το πλοίο, ωστόσο έλλειψη συνεννόησης μεταξύ των αρμοδίων, όπως γράφει ο Αλί Μπιράντ, καθυστερούσε κάθε ενέργεια.

Η Άγκυρα είχε σύμμαχό της στο Αιγαίο τόσο την ΕΣΣΔ, που δήλωνε ότι ήταν αντίθετη σε επέκταση των ελληνικών χωρικών υδάτων στα 12 ν.μ., όπως και τις Η.Π.Α., που είχαν την ίδια άποψη. Στο θέμα της υφαλοκρηπίδας, οι δύο υπερδυνάμεις δεν έπαιρναν θέση, προτείνοντας ουσιαστικά διμερείς διαπραγματεύσεις.

Η Τουρκία είχε επιτρέψει τη διέλευση του σοβιετικού αεροπλανοφόρου «Kiev”, από τα Στενά και η Ε.Σ.Σ.Δ., την αντάμειψε(δήλωση Α.Παπανδρέου στην «Καθημερινή», 18/8/1976).

Φυσικά, οι Η.Π.Α. και η Ε.Σ.Σ.Δ., ήθελαν οι στόλοι τους να διαπλέουν ελεύθερα, αν ήταν εφικτό, ολόκληρο το Αιγαίο… Η Τουρκία από την άλλη, επιδίωκε την παράκαμψη του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης, ωθώντας την Αθήνα σε εξωδικαστικές διαπραγματεύσεις.

Ο Έλληνας πρέσβης στην Άγκυρα Κοσμαδόπουλος, έσπευσε στο τουρκικό ΥΠΕΞ και ζήτησε την αναβολή του ταξιδιού, οι Τούρκοι όμως αρνήθηκαν.

Στις 23 Ιουλίου 1976, σε τουρκικά Μ.Μ.Ε. ανακοίνωσαν την αναχώρηση του πλοίου από τον Μαρμαρά, αν και οι επισκευές δεν είχαν ολοκληρωθεί. Το πλοίο έγερνε κατά 3 μοίρες (!), λόγω των τεράστιων μηχανημάτων που τοποθέτησαν για ενίσχυσή του Αμερικανοί τεχνικοί.

Τα περισσότερα μέρη του πληρώματος, φοβόταν ότι το πλοίο θα βυθιζόταν! Άλλοι παραιτήθηκαν την τελευταία στιγμή και άλλων οι σύζυγοι και τα παιδιά έκλαιγαν στην αποβάθρα, καθώς τους αποχαιρετούσαν (Μεχμέτ Αλί Μπιράντ).

Στις 29/9/1976, το «Χόρα» ξεκίνησε από το ακρωτήριο Νάρα. Έφτασε στον Κόλπο της Σάρου, αλλά στις 3 Αυγούστου επέστρεψε για να επιδιορθωθεί ο ασύρματος που δεν επικοινωνούσε με την Άγκυρα! Στο «Χόρα» τοποθετήθηκε ασύρματος που ξηλώθηκε από ένα αντιτορπιλικό(!), ενώ και τα συστήματα ναυσιπλοΐας του, δεν λειτουργούσαν.

Παράλληλα, υπήρχαν έντονες αντιπαραθέσεις μεταξύ του πληρώματος του «Χόρα» και των επιστημόνων που επέβαιναν σ’ αυτό. Οι ελληνικές εφημερίδες, έγραφαν ειρωνικά σχόλια για τη ναυτική ικανότητα των Τούρκων.

Τελικά, το «Χόρα» απέπλευσε, παρά τη συμβουλή του Χ. Κίσινγκερ να αναβληθεί το ταξίδι. Ο Κ. Καραμανλής έθεσε σε ετοιμότητα τις Ένοπλες Δυνάμεις, το ίδιο έγινε κι από τουρκικής πλευράς.
Ο Τούρκος εκπρόσωπος του Γενικού Επιτελείου, δήλωσε:

«Κύριοι, αν γίνει κάποια επίθεση στο «Χόρα», δεν μπορούμε να το σώσουμε. Οπωσδήποτε, όμως, θα πάρουμε εκδίκηση».

Το πλοίο προστατευόταν από ναυτικές και αεροπορικές δυνάμεις. Αεροπλάνα που θα απογειώνονταν από το Μπαλίκεσιρ, θα βρίσκονταν σε 7’ πάνω του .Χερσαίες δυνάμεις στον Έβρο και τη Σμύρνη, βρίσκονταν σε πλήρη ετοιμότητα.

Όταν η νηοπομπή έφτασε στο ακρωτήριο Νάρα, οι σειρήνες όλων των πλοίων άρχισαν να ηχούν, δημιουργώντας πολεμική ατμόσφαιρα. Τα 44 άτομα που επέβαιναν στο «Χόρα», αισθάνονταν ως ήρωες της Τουρκίας, που θα δώσουν ένα μάθημα στην προκλητική Ελλάδα.

Την Παρασκευή, 6/8/1976, το πλοίο βρέθηκε σε διεθνή ύδατα, ερευνώντας την υφαλοκρηπίδα που η Τουρκία θεωρούσε αμφισβητούμενη, αλλά η Ελλάδα δική της έστω κι αν δεν είχε οριοθετηθεί. Οι Τούρκοι επιστήμονες δούλεψαν 4 ώρες βυθίζοντας στη θάλασσα διάφορα όργανα και καλώδια.

Το ίδιο έκαναν και την επόμενη μέρα. Πάνω απ’ το «Χόρα», πετούσαν ελληνικά πολεμικά αεροσκάφη, ενώ γύρω του, πλοία του Πολεμικού Ναυτικού μας, έκαναν απειλητικούς ελιγμούς.

Στις 7 Αυγούστου, η ελληνική κυβέρνηση επέδωσε διακοίνωση διαμαρτυρίας στο τουρκικό ΥΠΕΞ. Η Τουρκία απάντησε στις 8 Αυγούστου, κι ενώ το «Χόρα» συνέχιζε τις έρευνες στ’ ανοιχτά της Λέσβου, προκαλώντας οργή στην Ελλάδα.

Τη Δευτέρα 9 Αυγούστου, το «Χόρα» με ένα καλώδιο 200 μέτρων, συνέχισε τις έρευνες, συγκεντρώνοντας στοιχεία για την ύπαρξη ή μη πετρελαίου στον βυθό του Αιγαίου. Οι Αμερικανοί, γνώριζαν τα πάντα, όμως δεν έδωσαν κανένα στοιχείο στους Τούρκους.

Την ίδια μέρα, από την Αλεξανδρούπολη, ο Ανδρέας Παπανδρέου, πιθανότατα σε συνεννόηση με τον Κων/νο Καραμανλή, έκανε την ιστορική δήλωση «Βυθίσατε το «Χόρα».

Η δήλωσή του απηχούσε την άποψη της κοινής γνώμης και πρόσφερε σημαντική βοήθεια στον Κ. Καραμανλή. Ξαφνικά, όπως γράφει ο Αλί Μπιράντ:

«Στις 8.30 όλα άλλαξαν. Ένα ελληνικό περιπολικό της ακτοφυλακής άρχισε να πλησιάζει με ταχύτητα το «Χόρα» και, αφού σχημάτισε μπροστά του ένα μεγάλο S απομακρύνθηκε.

Μετά ένα αναγνωριστικό αεροπλάνο έριξε δύο κόκκινες σημαδούρες, σε απόσταση περίπου δύο μιλίων. Το «Χόρα» έπλεε με ταχύτητα 3.5 μιλίων.

Αμέσως πληροφορήθηκε από την Άγκυρα τι σήμαιναν οι σημαδούρες. Το μήνυμα από τον ασύρματο ήταν ξεκάθαρο. Η Ελλάδα γνωστοποιούσε μ’ αυτό τον τρόπο ότι πέρα από τις σημαδούρες η υφαλοκρηπίδα ήταν δικής της κι αν το «Χόρα» τις περνούσε θα το βύθιζαν».

«Να δηλώσετε ότι είστε άοπλοι και να συνεχίσετε τον δρόμο σας», διέταξε η Άγκυρα. Ξαφνικά, καθώς το «Χόρα», συνέχιζε τη ρότα του, μια ελληνική τορπιλάκατος, κινήθηκε εναντίον του. Ένα τουρκικό ναρκαλιευτικό που ήταν μακριά απ’ το «Χόρα», το πλησίασε.

Κι αυτό όμως δεν είχε όπλα. Ελληνικά αεροπλάνα πετούσαν πάνω απ’ το «Χόρα», ενώ η τορπιλάκατος έφτασε σε απόσταση αναπνοής απ’ αυτό. Το «Χόρα» έστειλε ένα μήνυμα απελπισίας: «Κάνουμε έρευνα σε διεθνή ύδατα και θα συνεχίσουμε. Είμαστε άοπλοι».

Στις 18.30, έφτασαν και τα τουρκικά πολεμικά αεροσκάφη, που σχημάτισαν ένα «δίχτυ προστασίας» γύρω απ’ το «Χόρα». Η τορπιλάκατος άρχισε να απομακρύνεται. «Ο πόλεμος των νεύρων σταμάτησε πριν μετατραπεί σε πολεμική σύρραξη», γράφει ο Αλί Μπιράντ.

Μπορεί κάποιος να κατηγορήσει για πολλά τους Κ. Καραμανλή και Α. Παπανδρέου. Κατά την άποψή μας όμως, το 1976 παραμέρισαν τις έντονες διαφωνίες τους και συνεργάστηκαν άψογα για το εθνικό συμφέρον.

Ας γίνει αυτό μάθημα και για τους σημερινούς πολιτικούς ταγούς. Και οι κόκκινες σημαδούρες του 1976, να γίνουν κόκκινες γραμμές προς την Τουρκία που πάνω τους θα αναγράφεται ξεκάθαρα: «ΩΣ ΕΔΩ».

Πηγή: ΚΩΣΤΑΣ ΜΑΡΔΑΣ, «ΠΡΟ-ΜΙΑ ΠΟΛΕΜΟΥ», Εκδόσεις Ι. ΣΙΔΕΡΗΣ, 2018. Στο εξαιρετικό αυτό βιβλίο, υπάρχουν πολλά και ενδιαφέροντα στοιχεία τόσο για την κρίση του 1976, όσο και για τις ελληνοτουρκικές κρίσεις από το 1955 (Σεπτεμβριανά) ως το 2018.

Ακολουθήστε μας στο Facebook, ενημερωθείτε για όλα τα τελευταία νέα για τη Γερμανία

Ένα Project διαφορετικό από τα άλλα, πλαισιωμένο από ανθρώπους με ιδέες και έτοιμο να αλλάξει τα δεδομένα. Το όραμά μας είναι να σας προσφέρουμε την ζεστασιά μακριά από την Ελλάδα και να κάνετε την Βαυαρία ένα πιο φιλικό και πιο ευχάριστο μέρος για να ζήσετε.

commodo odio eleifend ut nunc Sed